Ο Μεγάλος Μανιτού εγκαταλείπει τον Τεκούμσεχ και τους Ινδιάνους του


Στις 4 Ιουλίου 1776, το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών ενέκρινε τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας από τη Μεγάλη Βρετανία. Μερικές δεκαετίες αργότερα, το 1812, άρχισε ο δεύτερος Αγγλοαμερικανικός πόλεμος. Για τους ιστορικούς, η σύναψη συμμαχίας μεταξύ των κατατρεγμένων Ινδιάνων και των Βρετανών εναντίον των Αμερικανών αποίκων θεωρείται φυσικό επακόλουθο. Πρωταγωνιστές στη συμμαχία αυτή ήταν ο ικανός Βρετανός στρατηγός Ισαάκ Μπροκ και ο Ινδιάνος πολέμαρχος Τεκούμσεχ, ο οποίος οραματιζόταν ένα ανεξάρτητο Ινδιάνικο έθνος. 

Για τους Αμερικανούς οι συνθήκες διεξαγωγής του πολέμου σε περιοχές σχεδόν άγνωστες και χωρίς υποδομές δεν ήταν εύκολες. Αν συνυπολογίσουμε τις καιρικές συνθήκες με τις οποίες ήταν πιο εξοικειωμένοι οι ιθαγενείς και τις φανερές αδυναμίες του επικεφαλής του στρατού τους στρατηγού Γουίλιαμ Χαλ, μπορούμε να εξηγήσουμε γιατί τους πρώτους μήνες του πολέμου οι αποτυχίες τους ήταν πολλές. Δυστυχώς για τον Τεκούμσεχ και τους Ινδιάνους του το φθινόπωρο του 1812 ο Ισαάκ Μπροκ σκοτώθηκε και ο αντικαταστάτης του στρατηγός Χένρι Πρόκτορ δεν είχε τα χαρίσματα του προκατόχου του. Από την άλλη πλευρά, οι Αμερικανοί, αντιλαμβανόμενοι τις συνέπειες που μπορούσε να έχει ένας γενικός ξεσηκωμός των Ινδιάνων στις Β-ΒΔ περιοχές της χώρας τη στιγμή που οι ΗΠΑ μάχονταν εναντίον των Βρετανών, ενέτειναν τις προσπάθειές τους και στις αρχές του φθινοπώρου του 1813 δημιούργησαν ένα εκστρατευτικό σώμα 7.500 ανδρών που διοικούνταν από τον Χάρισον και τον κυβερνήτη του Κεντάκι Σέλμπι.

Για τους Βρετανούς και τους Ινδιάνους συμμάχους τους η κατάσταση είχε γίνει δύσκολη. Ωστόσο, παρά τις ελλείψεις σε εφόδια και μέσα ο στρατός του Πρόκτορ που πλέον δεν ξεπερνούσε τους 400 άνδρες και οι περίπου 1.000 περήφανοι Ινδιάνοι του Τεκούμσεχ εξακολουθούσαν να αγωνίζονται κάτω από το ανηλεές κυνηγητό του Χάρισον. Παρά τις επιτυχίες του, ο Χάρισον εξακολουθούσε να φοβάται ένα πράγμα: την τακτική του Τεκούμσεχ με τις ενέδρες. Μια τέτοια ενέδρα είχε στήσει ο Ινδιάνος πολέμαρχος τη νύχτα της 4ης προς την 5η Οκτωβρίου 1813 στους Αμερικανούς σε μια περιοχή με χωράφια και βάλτους δίπλα στον ποταμό Τάμεση του Οντάριο. Πίσω του, σε μικρή απόσταση, είχαν υποτυπωδώς οχυρωθεί ο Βρετανοί του Πρόκτορ, περιμένοντας την επίθεση του Χάρισον. Οι Ινδιάνοι δεν είχαν γίνει αντιληπτοί από τους αντιπάλους τους και ο αιφνιδιασμός των Αμερικανών θα ήταν καταστροφικός, δεδομένου ότι το πέρασμα ήταν στενό και δεν μπορούσαν να αναπτύξουν όλες τις δυνάμεις τους. 

Όμως, ο καιρός είχε άλλα σχέδια και το πρωί της 5ης Οκτωβρίου η περιοχή καλύφθηκε από πυκνή ομίχλη που εμπόδιζε τους ενεδρεύοντες Ινδιάνους να δουν σε απόσταση πέραν του ενός μέτρου. Ωστόσο, η ομίχλη ήταν αβαθής (ρηχή) και δεν εμπόδιζε ιδιαίτερα τους Αμερικανούς ιππείς να μπουν στα χωράφια, επιτιθέμενοι κατά των Βρετανών. Όπως γράφει ο Έρικ Ντούρσμιντ στο βιβλίο του Ο Παράγων Καιρός: «Το μόνο που απέμενε στους πολεμιστές του Τεκούμσεχ ήταν να παρακαλέσουν το Μεγάλο Πνεύμα να στείλει λίγο άνεμο να διαλύσει την ομίχλη, αλλά εκείνο το πρωί ο Μεγάλος Μανιτού δεν ανταποκρίθηκε στις παρακλήσεις των παιδιών του…». Ο Τεκούμσεχ, ανεβασμένος πάνω σε ένα δένδρο, πρόλαβε να δει αρχικά τους Βρετανούς να σκορπίζονται πανικοβλημένοι στη μανιασμένη επίθεση των πρώτων Αμερικανών ιππέων και στη συνέχεια τους γενναίους πολεμιστές του να εμπλέκονται με το δεύτερο κύμα της επίθεσης των ανδρών του Χάρισον σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αλλάξουν τη μοίρα τους, σκιές στην ομίχλη που δεν γνώριζαν αν σκοτώνουν λευκούς ή τους αδελφούς τους. Ο μεγάλος αρχηγός όρμησε στο βάλτο ενθαρρύνοντας τους συμπολεμιστές του, ώσπου μια σφαίρα τον βρήκε στο στήθος και τον σώριασε στο χώμα. Το όνειρο ενός ανεξάρτητου κράτους των Ινδιάνων στη γη των προγόνων τους έσβησε μια για πάντα μαζί με τον εμπνευστή του.

Για την ιστορία να σημειώσουμε ότι το καλοκαίρι του 1815, οι Ηνωμένες Πολιτείες υπέγραψαν δεκαπέντε συνθήκες με τις φυλές των Ινδιάνων, οι οποίες εγγυούνταν το καθεστώς του 1811. Παρ’ όλα αυτά, δεν επεστράφη σε αυτούς ούτε ένα στρέμμα γης. Ο θρύλος λέει ότι ο αδελφός του Τεκούμσεχ, ο αποκαλούμενος και Προφήτης, καταράστηκε τον Χάρισον και όλους τους μετέπειτα ενοίκους του Λευκού Οίκου.


1 σχόλιο: